Μέρος 3: Η Σιωπή που Πάγωσε το Δωμάτιο
Η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε αργά.
Οι φωνές, τα γέλια και οι χριστουγεννιάτικες μελωδίες που γέμιζαν το σπίτι σταμάτησαν απότομα, σαν κάποιος να είχε πατήσει ένα αόρατο κουμπί.
Όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς την είσοδο.
Η Ελένη στεκόταν ήρεμη.
Δίπλα της βρίσκονταν τα τέσσερα παιδιά της, κρατώντας το ένα το χέρι του άλλου.
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε απόλυτη σιωπή.
Ο Ντάνιελ, που στεκόταν μπροστά στο τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, γύρισε αργά το κεφάλι του.
Στο πρόσωπό του υπήρχε ακόμη το χαμόγελο που είχε πριν από λίγα δευτερόλεπτα.
Όμως μόλις είδε την Ελένη…
πάγωσε.
Και όταν το βλέμμα του έπεσε στα παιδιά…
ένιωσε σαν να σταμάτησε ο χρόνος.
Το χαμόγελό του χάθηκε.
Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
Δεν μπορούσε να αναπνεύσει.
Τα τέσσερα παιδιά έμοιαζαν απίστευτα μεταξύ τους.
Αλλά ακόμη περισσότερο…
έμοιαζαν με εκείνον.
Το ίδιο βλέμμα.
Το ίδιο χαμόγελο.
Το ίδιο σχήμα προσώπου.
Ήταν σαν να έβλεπε τέσσερις μικρούς καθρέφτες του εαυτού του.
Δίπλα του στεκόταν η σύντροφός του, η Βικτώρια, μια κομψή ξανθιά γυναίκα που μέχρι πριν λίγα λεπτά περίμενε πως εκείνη η ημέρα θα κατέληγε σε πρόταση γάμου.
Παρατήρησε το πρόσωπό του να αλλάζει.
«Ντάνιελ…»
ψιθύρισε.
«Ποια είναι αυτά τα παιδιά;»
Εκείνος δεν απάντησε.
Δεν μπορούσε.
Ένιωθε τον λαιμό του να έχει στεγνώσει.
Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζε πως όλοι μπορούσαν να την ακούσουν.
Η μητέρα του έκανε δύο αργά βήματα προς τα παιδιά.
Τα μάτια της είχαν ήδη γεμίσει δάκρυα.
Σταμάτησε μπροστά στον μικρό Νώε.
Έσκυψε ελαφρά.
«Πώς σε λένε, αγόρι μου;»
«Νώε.»
«Και πόσο χρονών είσαι;»
«Οκτώ.»
Η ηλικιωμένη γυναίκα έκλεισε τα μάτια της.
Οκτώ χρόνια…
Ακριβώς όσα είχαν περάσει από τότε που ο γιος της είχε εξαφανιστεί.
Η Ελένη έκανε ακόμη ένα βήμα μπροστά.
Η φωνή της ήταν ήρεμη.
Σχεδόν γαλήνια.
«Καλά Χριστούγεννα σε όλους.»
Κανείς δεν απάντησε.
Ούτε ένα άτομο.
Η ατμόσφαιρα είχε γίνει τόσο βαριά, που ακόμη και τα παιδιά κατάλαβαν πως κάτι σοβαρό συνέβαινε.
Η Ελένη ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της Ολίβιας.
Έπειτα κοίταξε κατευθείαν τον Ντάνιελ.
«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να γνωρίσει η οικογένειά σου τα εγγόνια που δεν ήξερε ότι υπήρχαν.»
Η πρόταση έπεσε σαν κεραυνός.
Ακούστηκαν ψίθυροι.
«Εγγόνια;»
«Τέσσερα;»
«Τι είπε;»
Η Βικτώρια γύρισε απότομα προς τον Ντάνιελ.
«Είναι αλήθεια;»
Εκείνος παρέμενε ακίνητος.
Τα χέρια του έτρεμαν.
Μέσα στην παλάμη του κρατούσε ένα μικρό βελούδινο κουτάκι.
Το δαχτυλίδι που σκόπευε να προσφέρει εκείνο το βράδυ.
Τα δάχτυλά του χαλάρωσαν.
Το κουτάκι έπεσε στο ξύλινο πάτωμα.
Άνοιξε.
Το διαμαντένιο δαχτυλίδι κύλησε αργά μπροστά στα πόδια της Ελένης.
Η Βικτώρια κοίταξε το δαχτυλίδι…
μετά τα παιδιά…
και τέλος τον Ντάνιελ.
«Μου είπες ότι δεν είχες παιδιά…»
είπε με τρεμάμενη φωνή.
«Μου είπες ότι η πρώην γυναίκα σου δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει οικογένεια…»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια.
Δεν υπήρχε πια κανένα ψέμα που να μπορούσε να κρύψει την αλήθεια.
Και τότε…
μέσα στη σιωπή…
η μικρή Σοφία έκανε ένα βήμα μπροστά.
Κοίταξε τον Ντάνιελ με τα μεγάλα καστανά μάτια της και, με την αθωότητα που μόνο ένα παιδί μπορεί να έχει, του έκανε μια ερώτηση που πάγωσε ολόκληρο το σπίτι.
«Εσύ… είσαι ο μπαμπάς μας;»
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο δυνατή από οποιαδήποτε κραυγή.
Συνεχίζεται στο Μέρος 4…

0 comments:
Post a Comment